τηλαυγής

τηλαυγής
τηλαυγής
1 far shining

ἀρχομένου δ' ἔργου πρόσωπον χρὴ θέμεν τηλαυγές O. 6.4

ἀστέρος οὐρανίου φαμὶ τηλαυγέστερον κείνῳ φάος ἐξικόμαν P. 3.75

τηλαυγέσιν στεφάνοις P. 2.6

τηλαυγὲς ἄραρε φέγγος Αἰακιδᾶν αὐτόθεν N. 3.64

τηλαυγἔ ἀγ κορυφὰν Pae. 7.12


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τηλαυγῆς — τηλαυγής far shining masc/fem acc pl (attic epic doric) τηλαυγής far shining masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλαυγής — far shining masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλαυγής — Φιλόσοφος από τη Σάμο, γιος του Πυθαγόρα, δάσκαλος του Εμπεδοκλή. Ο Διογένης ο Λαέρτιος γράφει ότι ο Τ. δεν έγραψε κανένα έργο. Άλλες πηγές τον θέλουν συγγραφέα των έργων Τετρακτύς και Περί θεών ή Ιερός λόγος. * * * ές, ΝΜΑ αυτός που φέγγει σε… …   Dictionary of Greek

  • τηλαυγῆ — τηλαυγής far shining neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) τηλαυγής far shining masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) τηλαυγής far shining masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλαυγέστερον — τηλαυγής far shining adverbial comp τηλαυγής far shining masc acc comp sg τηλαυγής far shining neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλαυγεῖ — τηλαυγής far shining masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) τηλαυγής far shining masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλαυγεῖς — τηλαυγής far shining masc/fem acc pl τηλαυγής far shining masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλαυγέα — τηλαυγής far shining neut nom/voc/acc pl (epic ionic) τηλαυγής far shining masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλαυγές — τηλαυγής far shining masc/fem voc sg τηλαυγής far shining neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλαυγέστατα — τηλαυγής far shining adverbial superl τηλαυγής far shining neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλαυγέστατον — τηλαυγής far shining masc acc superl sg τηλαυγής far shining neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”